Featured

About

Aris, a Greek man, becomes a no one in his own country and struggles to recover his self, living as a foreigner…

Aris, a desperate man, attempts to leave Greece with an almost wrecked boat. After being rescued from certain drowning by some Coast Guard men, he now returns as a foreigner to his own ruined country. There he experiences every kind of “sin” and extreme as an outcast of the system. He steals; he becomes a slave and kills. He tries, willingly, to survive off the beaten track. Is this the story of a modern Ulysses or the nightmare of an ordinary man?

Κριτική του Νίνου Μικελίδη στο περιοδικό “Επίλογος”

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαζωμένος καταπιάνεται με την κρίση που μαστίζει την Ελλάδα τα τελευταία δέκα σχεδόν χρόνια. Πιο πρόσφατο παράδειγμα η προηγούμενη, αλληγορική ταινία του «Γραμμές», όπου μέσα από διάφορες ιστορίες παρακολουθούσαμε τον αντίκτυπο της κρίσης στα διάφορα στρώματα του λαού. Στη νέα του ταινία, «Εξορία», ο Μαζωμένος παίρνει για ήρωα έναν απλό Έλληνα, που, στα πρώτα πλάνα της ταινίας, τον βλέπουμε να προσπαθεί με μια βάρκα να “δραπετεύσει” από την Ελλάδα της κρίσης. Έναν Έλληνα, που ο ίδιος ο Μαζωμένος θεωρεί σύγχρονο Οδυσσέα, που ξεκινά με το μικροσκοπικό σκάφος για ένα ταξίδι προς τα πού; Για ποια Ιθάκη;Η θάλασσα στην τέχνη εκφράζει συνήθως την ελευθερία μόνο που ακόμη και σ` αυτήν, ο ανώνυμος ήρωάς του Μαζωμένου (δεν έχει ούτε όνομα, ούτε χαρτιά, είναι απλά ο “Κανένας” όπως μαθαίνουμε στη συνέχεια) μοιάζει παγιδευμένος. Θα συρθεί μισόγυμνος και μισοπεθαμένος πίσω στην Ελλάδα όπου θα μπλέξει σε διάφορες περιπέτειες. “Κανείς δεν μένει σ` αυτό τον κωλότοπο”, είναι το σχόλιο ενός μέλους από το σώμα της ακτοφυλακής που τον περισυλλέγουν.Στο πρώτο επεισόδιο, όταν, ντυμένος με μια κελεμπία που βρίσκει σ` ένα μισοερειπωμένο σπίτι κοντά στη θάλασσα, διεισδύει σ` ένα μουσουλμανικό μίνι-μάρκετ, και στην προσπάθειά του να κλέψει κάτι για να φάει, συλλαμβάνεται από την αστυνομία, ο Μαζωμένος χρησιμοποιεί ένα απλό στιλ, με ωραίες, διανθισμένες με ποίηση, εικόνες. Αντίθετα, στο επόμενο, με τους δυο αστυνομικούς που τον ανακρίνουν (ο ένας σε ανάπηρο καροτσάκι και ο άλλος με σορτσάκι και ρακέτα του τένις) και τον αναγκάζουν να γδυθεί και να ακούει τις διάφορες βρισιές τους ενάντια στους μουσουλμάνους (“πώς τόλμησες να κλέψεις από αυτά τα ζώα;” τον ρωτάνε οργισμένοι), στο νου έρχεται τόσο το παράλογο χιούμορ των θεατρικών έργων του Χάρολντ Πίντερ όσο κι εκείνο στις ταινίες του Ρόι Άντερσον.Το επεισόδιο διακόπτεται με την εμφάνιση της Μις Άντζελα, μιας κομψής Γερμανίδας με όνομά που θυμίζει εκείνο της Μέρκελ, που ως από μηχανής θεός (μια πονηρή Καλυψώ;) τον χρησιμοποιεί για να ικανοποιεί τις σεξουαλικές τις επιθυμίες. Ο Κύκλωπας έρχεται στο νου όταν, με το κολιέ που αποσπά από την Άντζελα, ο Κανένας επισκέπτεται έναν ενεχυροδανειστή, που θέλει να τον κάνει υπηρέτη του και που ο ήρωάς μας (αντι-ήρωας στην πραγματικότητα), για να απελευθερωθεί, αναγκάζεται τελικά να τον σκοτώσει. Ενώ, σ` ένα θέατρο, όπου κυριαρχεί ένα φελινικό ντεκόρ, αιχμάλωτος τώρα των σειρήνων, ο Κανένας, που έχει πάρει τη θέση του ενεχυροδανειστή, γίνεται ο αποκλειστικός θεατής μιας αναπαράστασης ευφάνταστων ερωτικών σκηνών, πριν αποφασίσει ποια θα επιλέξει. Η τιμωρία του, όταν προσπαθεί να δραπετεύσει, είναι να αντιμετωπίσει για αντίπαλο, σ` ένα αγώνα πάλης μέχρι θανάτου, τον άντρα με τον οποίο σχεδίαζε να δραπετεύσει.Εκείνο που επιδιώκει, και τελικά καταφέρνει, ο Μαζωμένος είναι, μέσα από τα επεισόδια αυτά, να παρουσιάσει τους διάφορους τρόπους εκμετάλλευσης, ταπείνωσης και εξευτελισμού του νεοέλληνα, εξόριστου, όπως υποβάλλει και ο τίτλος της ταινίας, στην ίδια του τη χώρα, την Ελλάδα της κρίσης. Εξόριστου σε μια χώρα όπου τα ελληνικά έχουν καταντήσει μια δεύτερη γλώσσα, με τους άλλους γύρω του (εκτός από μερικές εξαιρέσεις) να μιλάνε αγγλικά. Ενός εξόριστου μπλεγμένου σε μια σειρά επεισόδια που μοιάζουν με εφιάλτη, που πολύ έξυπνα ο σκηνοθέτης τονίζει γυρίζοντας τις σκηνές που συνδυάζουν το πέρασμα από το ένα στο άλλο επεισόδιο, σε ραλαντί, τονίζοντας ακόμη περισσότερο το εφιαλτικό αυτό κλίμα με την κατάλληλη μουσική.Ταυτόχρονα, με το εφιαλτικό αυτό ταξίδι του σύγχρονου, ταλαιπωρημένου Οδυσσέα μέσα από την Ελλάδα της κρίσης, η ταινία είναι και ένα ταξίδι μνήμης αλλά και Ιστορίας, ένα είδος σύνοψης των θεμάτων που απασχολούν τον σκηνοθέτη σε όλες τις μέχρι σήμερα ταινίες του. Μαζί και ένα συναρπαστικό ταξίδι μέσα από τον ίδιο τον κινηματογράφο και φόρος τιμής στους σκηνοθέτες που δείχνει να αγαπά ο Μαζωμένος: από τον Αντονιόνι και τον Αγγελόπουλο (στο επεισόδιο στο ερειπωμένο σπίτι), τον Ρόι Αντερσον και τον Μίκαελ Χάνεκε (στο επεισόδιο της ανάκρισης), Βισκόντι (στις σκηνές στο σπίτι του ενεχυροδανειστή), ως τον Κιούμπρικ, τον Φελίνι και τον Ζορζ Φρανζί (στο επεισόδιο με τις αναπαραστάσεις ερωτικών σκηνών), χωρίς να λείπει και αμερικανικός κινηματογράφος (στις σκηνές της πάλης). Με άλλα λόγια, όλη την ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου.

Another great review from Brazil

Είναι πολύ ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πώς οι τρέχουσες ελληνικές αφηγήσεις, όσο «μολυσμένες» κι αν είναι  από πολλές σύγχρονες επιρροές, επιστρέφουν κάπως στην κλασική μυθολογία. Σαν κάτι τέτοιο να ήταν μέσα τους με τρόπο που να μην υπάρχει διαφυγή. Η Εξορία είναι μια ταινία μεγάλου μήκους που εντάσσεται εντελώς σε αυτή τη μυθολογία, αν και έχει αναδιαμορφωθεί και εκσυγχρονιστεί. Ο ελληνικός κινηματογράφος, από τότε που το Νέο Παράξενο Κύμα, έχει επικριθεί ευρέως, πρώτον επειδή συνδέεται στενά με την κρίση – κάτι που δεν καταλαβαίνω γιατί ενοχλεί τους κριτικούς – και στη συνέχεια για αυτήν τη χρήση της μυθολογίας και της τραγωδίας με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο.

Η δυσφορία αυτής της νέας κινηματογραφίας, ακόμη και αν γίνεται κατάχρηση εκεί, η αναδιάρθρωση των μύθων και ακόμη και ο τρόπος γραφής έχει πολλά να πει. Η ταινία του Βασίλη Μαζωμένου δεν αρνείται την εθνικότητα ή την καταγωγή. Σε ένα μεγάλο σε διάρκεια εισαγωγικό πλάνο-σκηνή, δείχνει έναν άντρα να παρασύρεται και την προσπάθειά του να σώσει τον εαυτό του σε ένα ναυάγιο. Η άσκοπη ανθρωπότητα και η κρίση, επομένως, βρίσκονται εκεί σε αυτές τις πρώτες στιγμές. Εδώ είναι ο Χάροντας, ή μάλλον, η διπλή έκδοση του, του καραβιού του Άδη, εκείνου που παίρνει ψυχές στην κόλαση.

Η κόλαση για αυτόν τον άνθρωπο βρίσκεται στο μέρος από όπου προσπάθησε να ξεφύγει, την πατρίδα του. Στα σταθερά και σε διάρκεια μονοπλάνα, η Εξορία δείχνει αυτήν την επιστροφή, γελοιοποιώντας το άτομο που εξορίστηκε στη χώρα του. Η ξενοφοβία ανοίγει το πεδίο για άλλες απαράδεκτες εκδηλώσεις των λεγόμενων προηγμένων πολιτισμών. Ο Άρης βιώνει κάθε είδους κακομεταχείριση εκείνων που τον πλησιάζουν. Είναι ταπεινωμένος, μειωμένος, παρενοχλείται. Μεταξύ πειστικών κινήσεων, όπως ο Άρης στην Ιλιάδα, κτυπάει από τη μία πλευρά στην άλλη, προσπαθώντας να βρει ένα μέρος για να σταθεί.

Ο Μαζωμένος είναι λάτρης των περίτεχνων έργων ζωγραφικής και, συνοδευόμενος από τον φωτογράφο Φώτη Μήτση, επιλέγει σταθερές λήψεις, με μεγάλη προσοχή στο βάθος του πεδίου. Υπάρχουν εικόνες που μοιάζουν με πίνακες, όπως όταν ο Άρης επιστρέφει στο νησί. Την ταινία χρειάζεται πολύ χρόνο να την παρακολουθήσεις, αλλά είναι όμορφο να τη βλέπεις. Η οπτική κατασκευή είναι περίπλοκη και πολύ κινηματογραφική, αλλά η διάθεση των σωμάτων και οι παραστάσεις είναι εξαιρετικά θεατρικές. Το διάλειμμα οδηγεί στην περίεργη κατάσταση που αναφέρεται στην αρχή του κειμένου, αυτό που προσδιορίζει την ίδια την κινηματογραφία.

Η Εξορία στοιχηματίζει σε διάφορες αναφορές για να περιγράψει τη σημερινή Ελλάδα. Από τον Khomeini στον τοίχο μέχρι τον ελληνικό αγώνα, η ταινία αναπτύσσεται σε διάφορα μέρη και κοινωνικές θέσεις. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά είναι το γεγονός ότι η ταινία ομιλείται κυρίως στα αγγλικά, καταδεικνύοντας την απώλεια ταυτότητας στο σύνολό της, καθώς και την ψαλμωδία του ναζιστικού ύμνου – ή μάλλον των απαγορευμένων στίχων του γερμανικού ύμνου – όπου καταδεικνύεται μια παγκόσμια τάση να επιστρέψουν, κυρίως οι νέοι στη μισαλλοδοξία.

Και μετά υπάρχει η Λίζα Μινέλι, «Το χρήμα κάνει τον κόσμο να γυρίζει»  και η …εσφαλμένη παρουσίαση του Αισώπου με νέα παραμύθια, από τον Σαρλ Περώ έως τον  Disney, μέχρι τον ήχο μιας παιδικής έκδοσης του «Once Upon a Dream», το θέμα της Σταχτοπούτας, σε ένα ερωτικό θέατρο του παράλογου. Όλες οι αναφορές είναι πολύ συνεπείς με όλα όσα θέλει να συζητήσει η ταινία.

Στη μορφή , η αφομοίωση των αναφορών, είναι λίγο πιο παραδοσιακή. Όπως σε μια τραγωδία, η ιστορία του Άρη χωρίζεται σε πράξεις, με μεταβάσεις που χαρακτηρίζονται από αργή κίνηση και ένα μπλε φίλτρο.

Υπάρχει υπερβολή και ολίσθηση, ναι, αλλά είναι ένα περίεργο ταξίδι να απεικονίσουμε τον κόσμο μέσα από παλιούς ορισμούς και να παίζουμε μαζί τους όλη την ώρα, βρίσκοντας νέες έννοιες και συνδέσεις. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης εκθέτει τον εαυτό του στη μόλυνση, που είναι ένα από τα προϊόντα μιας κοινωνίας, όπως ο σαρκασμός και η ειρωνεία σε αμφισβητήσιμες επιλογές που είναι σκόπιμα παρούσες. Είναι σαν τον ανόητο και μπλεγμένο Βιργίλιο ή τον καπιταλιστή του Τάνατο. Στο τέλος, η Εξορία είναι μια εμπειρία νοήματος, μορφής και στυλ και αξίζει να γίνει γνωστή.

Μια μεγάλη στιγμή!

new critic from Brazil


Vassilis Mazomenos is a Greek director, writer and producer. In Exílio (2019) he decided to work with a very current theme: migration. The feature already opens referencing sad daily scenes of boats adrift, in which refugees pin their hopes. The film predates the case, but we cannot help remembering when the Greek government expelled and abandoned at least 1,072 refugees on the high seas. The complexity arises when we discover that the man adrift is a Greek who tried to flee his own country. Rescued by the coastal authorities, he becomes a kind of refugee within his own homeland. He becomes an outsider within the society in which he was raised. His first attempt at theft is a failure, he ends up in prison and suffers humiliation at the hands of his nationalist compatriots, who consider him practically a traitor. This, however, is only the beginning of a series of misfortunes that present Aris, regardless of his will. The cycle of horrors includes slavery, murder and various types of physical and psychological violence, perpetrated by those who consider themselves superior – in other words, whites with money. Aris’s journey is a spiral of humiliation and violence that sometimes flirts with the surreal. Some moments follow a narrative structure as if it were a dream, or more precisely, a nightmare. The actions are not connected logically and linearly, but because of the abuses suffered and absurdity found by the protagonist.
Create your website with WordPress.com
Get started